- ἀπαμείρω
- ἀπ-α-μείρω, unteilhaft machen, berauben; pass., beraubt werden
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
ἀπαμείρω — deprive one of share in pres subj act 1st sg ἀπαμείρω deprive one of share in pres ind act 1st sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
απαμείρω — (Α) [αμείρω] αποστερώ από κάποιον το μερίδιο του σε κάτι … Dictionary of Greek
ἀπαμείρειν — ἀπαμείρω deprive one of share in pres inf act (attic epic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀπαμείρεται — ἀπαμείρω deprive one of share in pres ind mp 3rd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀπαμείρωμεν — ἀπαμείρω deprive one of share in pres subj act 1st pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)